Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

Μαύρο χάλι η κατάσταση στην αγορά...Ούτε οι εκπτώσεις δεν βοήθησαν...


Από την αρχή του χρόνου έχουν βάλει λουκέτο 600 καταστήματα

Απογοητευμένοι είναι οι έμποροι στη Θεσσαλονίκη από την περίοδο των ενδιάμεσων εκπτώσεων, που τελειώνει αύριο.

«Κοιτάμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος» είπε χαρακτηριστικά ο κ. Φιλιππίδης και πρόσθεσε: «επειδή κυκλοφορεί κόσμος στην Τσιμισκή, δεν σημαίνει ούτε ότι ψωνίζει, αλλά ούτε ότι πάει καλά η αγορά. Αν πάμε μια βόλτα στην αγορά της Τούμπας, που είναι μεγάλη και είναι και δίπλα στο κέντρο της πόλης, ζήτημα αν θα βρούμε έναν καταναλωτή, όχι να ψωνίζει, αλλά να κοιτάζει τις βιτρίνες» είπε ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (ΕΣΘ) Παντελής Φιλιππίδης.

«Δεν είναι αυτό το μέτρο που θα δώσει ώθηση στην αγορά και θα βελτιώσει τη ψυχολογία των καταναλωτών για να πάνε να ψωνίσουν» είπε για τη λειτουργία της αγοράς την Κυριακή 3 Μαΐου.

Αφού επεσήμανε ότι από την αρχή του τρέχοντος έτους έχουν βάλει «λουκέτο» περισσότερα από 600 εμπορικά καταστήματα στον νομό Θεσσαλονίκης, ο κ. Φιλιππίδης σημείωσε: «Αν αφανιστεί η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, που είναι οι Μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όχι μόνο θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο η ανεργία στη χώρα μας, αλλά θα βλέπουμε και τις τιμές να σκαρφαλώνουν στα ύψη και να μην κατεβαίνουν».

Θέλοντας να «σκιαγραφήσει» την εικόνα του τι μπορεί να συμβεί, εάν παραμείνει στα ίδια επίπεδα ο ρυθμός με τον οποίο βάζουν «λουκέτο» τα εμπορικά καταστήματα, ο κ. Φιλιππίδης σημείωσε: «Οι τιμές στα σούπερ μάρκετ είναι υψηλές και δεν πέφτουν γιατί τη διαχείρισή τους την κρατούν λίγοι που συνεννοούνται μεταξύ τους και έτσι δεν υπάρχει υγιής ανταγωνισμός».

Ερωτηθείς για το εάν η επίτευξη συμφωνίας σε πολιτικό επίπεδο θα βοηθήσει την αγορά, εκτίμησε πως «τα πράγματα δεν θα αλλάξουν από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά σαφώς θα βελτιωθεί η ψυχολογία του κόσμου και θα του επιτρέψει να ξοδέψει και ένα ευρώ παραπάνω, αφού ο κίνδυνος της 'πείνας' θα έχει παρέλθει».

Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Φιλιππίδης κάλεσε εκ νέου τους καταναλωτές να δίνουν «ψήφο εμπιστοσύνης» στα καταστήματα της γειτονιάς τους και να στηρίζουν την τοπική οικονομία των περιοχών τους.